εγκληματίας αρσενικό ή θηλυκό
- που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
- ※ H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 )
- (μεταφορικά, σε σχήμα υπερβολής) που έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο