Εργαστήριο Συστημάτων Θεματικής Πρόσβασης ΠΑΔΑ: Θησαυρός 2026

Εγκληματίες

Definition note (Σημείωση ορισμού)

εγκληματίας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
    ※  H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 )
  2. (μεταφορικάσε σχήμα υπερβολής) που έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο
Date of creation
23-May-2026
Modified
23-May-2026
Accepted term
23-May-2026
Descendant terms
19
More specific terms
10
Alternative terms
2
Related terms
1
Notes
1
Metadata
Search
  • Search Εγκληματίες  (Wikipedia)
  • Search Εγκληματίες  (Google búsqueda exacta)
  • Search Εγκληματίες  (Google scholar)
  • Search Εγκληματίες  (Google images)
  • Search Εγκληματίες  (Google books)